Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2012

Συμπεράσματα, «ανοιχτή-κλειστή» κάτοψη (β’ μέρος)

«Ανοικτή» κάτοψη


Χαρακτηριστικό παράδειγμα «ανοιχτής» κάτοψης προβάλλεται στην ταινία «Ένα βότσαλο στη λίμνη...» (1952), όπου το γραφείο του αρχιτέκτονα λειτουργεί ως ιδανικός τόπος διαπραγμάτευσης.




Στις ταινίες της περιόδου 1950-70 ισχύει ως γενικός κανόνας ότι ο τύπος χωρικής οργάνωσης «ανοιχτή κάτοψη» σηματοδοτεί κατ’ αρχήν την ανώτερη κοινωνική τάξη και συνδυάζεται με πλούτο. Όσο κατερχόμαστε τα κοινωνικά στρώματα, η τυπολόγηση του χώρου τείνει προς την «κλειστή» υποδιαιρεμένη κάτοψη.


Η «ανοιχτή» κάτοψη στη δεκαετία του ’50 μοιάζει να είναι καταλύτης για προβληματισμό περί «δεοντολογικής συμπεριφοράς». Λειτουργεί με κυρίαρχα χαρακτηριστικά τη χωρική πολυσυλλεκτικότητα, λειτουργική πολυεστιακότητα, ελευθερία και θεατρικότητα στις συμπεριφορές, και μία συντηρητικά ενιαία αισθητική λογική, επειδή ακόμα φαίνεται να ισχύουν κάποιοι κανόνες με κοινή αποδοχή.


Καθώς όμως η κοινωνία προχωράει στη δεκαετία του ’60, αρχίζει μία ασυγκράτητη απελευθέρωση των τρόπων συμπεριφοράς, με όση «φθορά» συνεπάγεται ο ξέφρενος ρυθμός αυτής της διαδικασίας. Διαμορφώνεται έτσι ένα νέο καθεστώς, όπου όλα τα χαρακτηριστικά της προηγούμενης περιόδου, κυρίως η αισθητική, έχουν πλέον αποδομηθεί.


Η οργάνωση του χώρου σταδιακά μεταλλάσσεται σε πολυσυλλεκτική και λειτουργεί με αυξημένο αισθητικό εκλεκτικισμό, όχι μόνο από πλευράς λειτουργιών αλλά και από πλευράς αισθητικών αρχών. Διαπιστώνεται ένας επιδεικτικός μιμητισμός ο οποίος διαρρηγνύει κάθε σύνδεσμο μεταξύ σημαίνοντος και σημαινόμενου.


Επιπλέον παρατηρείται μια ύφεση της θεατρικότητας και η σταδιακή αντικατάστασή της από μια άκρατη ελευθερία συμπεριφοράς. Το θέατρο με τους παραδοσιακούς κοινωνικούς κανόνες δείχνει τα πρώτα δείγματα φθοράς και μεταλλάσσεται σε «σκηνοθεσία πλούτου», γεγονός που πιστοποιούν τόσο η μείωση των κανόνων όσο και αυτό το ίδιο το αισθητικό γίγνεσθαι.


Στην ταινία «Τα τέσσερα σκαλοπάτια» (παραγωγής 1952), το σπίτι του Γκρενά είναι «πολυεστιακό» και εξοπλισμένο με βαριά έπιπλα ενιαίας αισθητικής. Ο τύπος χωρικής οργάνωσης γίνεται εύκολα αντιληπτός από την οπτική σύνδεση μεταξύ των εστιών διατηρώντας με αυτόν τον τρόπο μια επιδιωκόμενη συνέπεια στην αισθητική των αντίστοιχων υποχώρων.
Στην ταινία «Ο Γόης» (παραγωγής 1969) δεν υπάρχει επίγνωση της νοηματοδότησης του χώρου, τόσο ως κελύφους όσο και ως εξοπλισμού, και γι’ αυτό οι δραστηριότητες διεξάγονται ανεξάρτητα από το χώρο, μάλλον ανάμεσα σε ένα «στημένο σκηνικό».


Το καθιστικό έχει προκύψει αισθητικά πολυσυλλεκτικό μέσα από μία διαδικασία παράθεσης (έκθεσης) αντικειμένων περισσότερο παρά από μία φυσική διαδικασία διαμόρφωσης του αποτυπώματος των συμπεριφορών όλων αυτών που ζουν και διαντιδρούν μέσα στο συγκεκριμένο χώρο.


Τα έπιπλα είναι «ελαφριά» και κατά συνέπεια εύκολα στη μετακίνησή τους. Αυτό ακριβώς δημιουργεί και την απαρχή μιας αίσθησης ελευθερίας (που ξεκινάει από την εύκολη μετακίνηση των επίπλων), κάτι που αρκετά αργότερα θα οδηγήσει στη «χωρική αποδόμηση/αταξία».


Ενδεικτικό παράδειγμα οργάνωσης «ανοιχτής», πολυεστιακής κάτοψης, απ’ όπου δηλαδή απουσιάζει μία πρωτεύουσα εστία δραστηριοτήτων, αποτελεί ο χώρος του γραφείου του αρχιτέκτονα και του πολιτικού μηχανικού στην ταινία «Ένα βότσαλο στη λίμνη...» (1952). Ο χώρος αυτός χρησιμοποιείται με τέτοιο τρόπο ώστε όλοι όσοι συμμετέχουν, να συμμετέχουν εν δυνάμει ισότιμα, και έχουν τη δυνατότητα της επιλογής όχι μόνο συμπεριφοράς (π.χ. από επαγγελματική δραστηριότητα σε διασκέδαση) αλλά και αρχών συμπεριφοράς (από κοσμιότητα και διακριτικότητα σε «φλερτ» / ερωτοτροπία).


 Η «ανοιχτή» κάτοψη, με ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτό της καθαρά λειτουργικής χρησιμότητας, συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις ώστε να αποτελέσει το υλικό υπόβαθρο για την εκδήλωση των μεταλλαγμένων αυτών συμπεριφορών: δίνει στο χρήστη το κέρδος μιας ελεγχόμενης από μέρους του αυθαιρεσίας. Ενώ δηλαδή σε μια «κλειστή» κάτοψη πρέπει όλοι να συμπεριφερθούν με τους γνωστούς κώδικες ειδάλλως χαρακτηρίζονται απολίτιστοι, στην «ανοιχτή», πολυλειτουργική, πολυεστιακή κάτοψη αιωρείται μια συνειδητά ελεγχόμενη αυθαιρεσία. Ο χώρος λειτουργεί ως τόπος διαπραγμάτευσης: το γραφείο του αρχιτέκτονα, ακριβώς επειδή είναι πολυλειτουργικό και πολυεστιακό, του επιτρέπει να αυθαιρετεί εποικοδομητικά υπέρ αυτού:
· Χειρίζεται με άνεση τη σχέση του με τις φίλες του.
· Παρασύρει τον φίλο του να απατήσει τη σύζυγό του.
· Έρχεται ο πελάτης με την πρόθεση να έχουν συνάντηση εργασίας αλλά αντί για τα σχέδια στο τραπέζι του προσφέρει ένα ουίσκι, κάτι που σταδιακά του επιτρέπει να αποκτήσει το ισχυρό πλεονέκτημα να συγκαλύψει την εκ μέρους του ασυνέπεια.
Ίσως σε ένα συμβατικό περιβάλλον εργασίας, που δεν θα είχε την ευκολία να αναπτύξει τόσο έντονη θεατρικότητα, να βρισκόταν αμήχανος και υπόλογος για την επαγγελματική του ασυνέπεια.


Η συνείδηση θεάτρου στην «ανοιχτή» κάτοψη αποκτάται συνολικά ως κουλτούρα, ως κάτι πολύ πιο σύνθετο που εμπεριέχει πολλούς ελέγχους θεατρικού χαρακτήρα, και όχι ως μια απλής μορφής ελευθερία. Δεν πρόκειται για απελευθέρωση από τη σκλαβιά της «κλειστότητας» και της υποδιαίρεσης αλλά για εισαγωγή ενός νέου τρόπου διαπραγμάτευσης με νέους όρους, θεατρικού χαρακτήρα, όπου οι έλεγχοι γίνονται με χαρακτηριστικά θεατρικής εμμεσότητας. Μέσα από αυτή τη θεατρικότητα επιτυγχάνεται τελικά μία εξισορρόπηση μεταξύ του «πολυεστιακού» (άναρχου) και του «μονοεστιακού» (συντηρητικού, ιεραρχημένου) τρόπου συναναστροφής.


Ο «ανοικτός» χώρος, με τον φαινομενικά ασαφή τρόπο διάκρισης «Προσκηνίου - Παρασκηνίου» (σε αντιδιαστολή με τον «κλειστό»), δημιουργεί αμηχανίες. Σε ένα περιβάλλον όπου όλοι είναι εκτεθειμένοι, οφείλει ο καθένας να δικαιολογεί την συμπεριφορά του γιατί κρίνεται από τους υπόλοιπους. Αυτός είναι ίσως και ο λόγος που το βάρος της θεατρικότητας δεν συναρτάται με το οικιακό κέλυφος αλλά μετατίθεται κυρίως στα σώματα (την απόλυτη ή/και σχετική θέση μεταξύ τους) και τον τρόπο που κινούνται και συμπεριφέρονται ανάμεσα στα έπιπλα.


Όταν στο χώρο συμβαίνει κάτι έντονα θεατρικό, τότε ακόμη και τα βλέμματα δεν είναι βλέμματα απλής συμμετοχής – π.χ. σε είδα και κουβεντιάζουμε – αλλά βλέμματα που συμμετέχουν καθοριστικά στο εννοιολογικό τρίπτυχο «κανόνας – ελευθερία – έλεγχος». Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό που ενεργοποιείται έντονα όχι μόνο στην «ανοιχτή» κάτοψη αλλά εξίσου και σε περιβάλλον «κλειστής» κάτοψης (π.χ. «κάτσε εδώ να πάω ν’ αλλάξω και να ξανάρθω», όπως λέει η κοπέλα στα «Τα τέσσερα σκαλοπάτια»).


Αν δεχθούμε ότι η «λειτουργική και η αισθητική αναρχία του χώρου» είναι σύμπτωμα «χαλάρωσης των ηθικών αρχών» της κοινωνίας και ότι η θεατρικότητα απαιτεί κάποιους κανόνες, που τους θέτει η ίδια η κοινωνία, οι οποίοι επιτρέπουν «λεπτούς» χειρισμούς συμπεριφοράς, τότε σε συνθήκες χαλάρωσης των αρχών της κοινωνίας επιπλέον της αισθητικής αναρχίας του χώρου δυσχεραίνεται και η θεατρικότητα, ο έμμεσος δηλαδή θεατρικός έλεγχος.


Παρεμβάλλοντας, τέλος, τη διαχειριστική έννοια «εντροπία» στην ερμηνεία της «ανοικτής» κάτοψης, προκύπτουν οι παρακάτω επιπλέον παρατηρήσεις:
· Οι κανόνες συμπεριφοράς και ο τρόπος μετάδοσης της πληροφορίας είναι άρρητοί (μη προφανείς),
· Το πληροφοριακό περιεχόμενο είναι υψηλό και για την αποκωδικοποίησή του απαιτείται «εξειδικευμένη» αντίληψη.
    «Αν η καθοριστική αγωνία του Ψυχρού Πολέμου ήταν ο φόβος της εξόντωσης από έναν εχθρό που τον γνώριζες πάρα πολύ καλά, σε μια παγκόσμια αντιπαράθεση που ήταν προσδιορισμένη και σταθερή, η καθοριστική αγωνία στην παγκοσμιοποίηση είναι ο φόβος της αιφνίδιας μεταβολής από έναν εχθρό που δεν μπορείς να τον δεις, να τον αγγίξεις ή να τον νιώσεις – μια αίσθηση πως η δουλειά σου, η κοινότητα ή ο χώρος εργασίας σου μπορεί να μεταβληθεί ανά πάσα στιγμή από ανώνυμες οικονομικές και τεχνολογικές δυνάμεις που κάθε άλλο παρά σταθερές είναι.» [Thomas L. Friedman, Το Lexus και η ελιά (τι είναι η παγκοσμιοποίηση)].
· Κυριαρχεί η «μη γραμμικότητα» όπου εν δυνάμει λειτουργούν ταυτόχρονα πολλοί κανόνες. Εξαρτάται από το υποκείμενο να επιλέξει με ποιους από αυτούς θα λειτουργήσει (αντίληψη, μεταβολισμός).
· Αναμιγνύονται και ενοποιούνται οι χωρικές ζώνες με διαφορετικού είδους συμπεριφορές (ισχύει δηλαδή κατά Bernstein «χαλαρή ταξινόμηση» και «χαλαρή περιχάραξη»).
· Ευνοείται το υποκείμενο να προβάλλει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του.
· Διεγείρεται η φαντασία και ενεργοποιείται η πρωτοβουλία και η δημιουργικότητα κατά τη διαντίδραση του χρήστη με τη συγκεκριμένη χωρική οργάνωση. Π.χ. Μπορεί κανείς να καθίσει σε οποιονδήποτε όγκο προσφέρεται για κάθισμα και όχι μόνο σε ένα συμβατικό κάθισμα.
· Ο χώρος είναι εννοιολογικός: αναπαριστώνται δομές σκέψης, εξυπηρετούνται ποιότητες ζωής και η ανθρώπινη παρουσία βρίσκεται σε συνεχή διαντίδραση με το περιβάλλον. Δρα δηλαδή ο χρήστης ως ένας ιδανικός «χωρικός αποκωδικοποιητής».
· Τέλος, διαπιστώνεται η διπλή συνεπαγωγή: όσο μεταβαίνουμε από ένα καθεστώς με μία συγκεκριμένη χωρική οργάνωση σε ένα άλλο, και η ενέργεια που απαιτείται για να συντηρηθεί το νέο καθεστώς μειώνεται, τότε,
(α) ο βαθμός «ανοιχτότητας» του χώρου μειώνεται, και
(β) η δυνατότητα δημιουργικής διάδρασης των υποκειμένων με το εν λόγω περιβάλλον βαίνει επίσης μειούμενη.



Δεν υπάρχουν σχόλια: